Έκθεση στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης : 2 Νοεμβρίου – 14 Δεκεμβρίου 2021

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΚΥΠΡΟΣ ΔΕΚ.2012

Ύστερα από την πτώση της επτάχρονης Δικτατορίας η Μεταπολίτευση στην Ελλάδα  σφραγίστηκε ιδεολογικά και πολιτικά  τόσο από την Εξέγερση του Νοέμβρη στο Πολυτεχνείο όσο και από το δράμα της Κύπρου που προέκυψε μετά την τουρκική εισβολή και την διχοτόμηση του νησιού.

Το Κυπριακό ως εθνικό ζήτημα  τάραξε συθέμελα, όπως στην περίοδο του  εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα μέχρι την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας,  τις συνειδήσεις όλων των γενεών και αποτελεί μέχρι σήμερα σταθερό σημείο μέσα στα προγράμματα και τις εκτιμήσεις όλων ανεξαιρέτως των κομμάτων στον ελλαδικό χώρο. Δεν μπορώ να ξεχάσω την πρώτη μεγάλη διαδήλωση στην μεταπολιτευτική Αθήνα από το Σύνταγμα στην αμερικανική Πρεσβεία που ήταν η διαδήλωση για την Κύπρο την 1 η Οκτωβρίου 1974 οργανωμένη από όλους τους συλλόγους των φοιτητών με την συμμετοχή και όλων των πολιτικών νεολαιών.

Στην μεταπολιτευτική Ελλάδα ιδρύθηκαν διάφορες μη κυβερνητικές οργανώσεις που ενημέρωναν για τα συμβαίνοντα στην Κύπρο και διοργάνωναν εκδηλώσεις  σε δημόσιους χώρους. Το καυτό πολιτικό πρόβλημα καταπάτησης του διεθνούς δικαίου μετά την εισβολή, η ύπαρξη των 200.000 προσφύγων από τα κατεχόμενα και των αγνοουμένων, ήταν πάντα η αιχμή του δόρατος στους αγώνες συμπαράστασης και αλληλεγγγύης.

Σήμερα πια μπορούμε να διατυπώσουμε την εκτίμηση ότι στην πρώτη περίοδο μετά την τουρκική εισβολή του 1974 δεν είχαν γίνει γνωστές όλες οι καταστροφές ούτε είχε γίνει ορατό το μέγεθος του εγκλήματος σε βάρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου:

Δεν είχε συνειδητοποιηθεί ότι η καταστροφή των μνημείων και γενικότερα της πολιτιστικής κληρονομιάς ήταν ένας από τους βασικότερους άξονες της τουρκικής πολιτικής εθνοκάθαρσης που ακολούθησε την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων και που αποσκοπούσε στην βαθμιαία  αποδοχή  των τετελεσμένων της εισβολής μετά  την καταπάτηση της διεθνούς νομιμότητας με τελικό στόχο την ανατροπή της ιστορικοκοινωνικής μνήμης και της πολιτιστικής πραγματικότητας που ίσχυε στην Κύπρο μέχρι το 1974.

Η ανάγκη να έρθει στην επιφάνεια αυτή ακριβώς η διάσταση της κυπριακής τραγωδίας και η ανάγκη να προωθηθεί  η κοινή για τη Ελλάδα και την Κύπρο υπόθεση της σωτηρίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, οδήγησε το 1985 πνευματικούς ανθρώπους και επιστήμονες να ιδρύσουν την Επιτροπή και να ενώσουν τις δυνάμεις τους σε αυτό τον στόχο. Θα μπορούσα να πω, ότι αν η γενιά του Πολυτεχνείου μέσα σε μία ταυτόσημη ιστορική συγκυρία αισθανόταν κοινή της υπόθεση το Κυπριακό, η γενιά που είχε πάρει μέρος στον αγώνα κατά των κατακτητών του φασιστικού άξονα, αισθανόταν ότι το θέμα της σκλαβιάς της Κύπρου αποτελούσε για αυτήν ηθικό και ιδεολογικό χρέος. Έτσι πρώτα μέλη της Επιτροπής ήταν ακαδημαϊκοί, καθηγητές πανεπιστημίων, αρχαιολόγοι, αρχιτέκτονες, επιφανείς δημοσιογράφοι. Βασικοί  στόχοι της Επιτροπής ορίστηκαν  η προβολή στην Ελλάδα  και στην διεθνή κοινή γνώμη της καταστροφής και της λεηλασίας των ιστορικών μνημείων της κατεχόμενης Κύπρου., ο εντοπισμός κλοπιμαίων  στις διεθνείς αγορές για την επιστροφή τους στην Κύπρο.

Πρώτος Πρόεδρος της Επιτροπής ήταν ο τότε Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, αείμνηστος καθηγητής Λουκάς Μούσουλος. Στη συνέχεια διετέλεσαν πρόεδροι οι ακαδημαϊκοί Μανώλης Χατζηδάκης (1985-1993), Μενέλαος Παλλάντιος(1993-1994), Ιωάννης Πεσματζόγλου (1994-2000), από το έτος 2000 Πρόεδρος της Επιτροπής είναι ο ακαδημαϊκός κ. Νικόλαος Κονομής. Από το 1985 μέχρι το 2003 διετέλεσε  Γενική Γραμματέας της Επιτροπής η αείμνηστη αρχαιολόγος Μαρία Αναγνωστοπούλου. Η Μαρία Αναγνωστοπούλου ως αρχαιολόγος και ως εκπρόσωπος της Επιτροπής  διατηρούσε πάντοτε στενή συνεργασία και επαφή με τους ειδικούς επιστήμονες και τους αρμόδιους θεσμικούς φορείς στην Κύπρο, προσπαθώντας πάντα να εξασφαλίζεται η αμεσότητα  στην αμφίπλευρη πληροφόρηση και η συναντίληψη στις ενέργειες: O Βάσος Καραγιώργης, ο Πάτροκλος Σταύρου, ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου , ο Σοφοκλής Χατζησάββας συμμετείχαν με επιστημονικά τους κείμενα στις  πρωτοβουλίες της Επιτροπής.

Βασικό μέσο που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για την κινητοποίηση της κοινής γνώμης ήταν η διοργάνωση από τη μεριά της ενημερωτικών εμπεριστατωμένων εκθέσεων. Το 1085 στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Αθήνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» η Επιτροπή διοργάνωσε μέσα στις αίθουσες της Ακαδημίας Αθηνών σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού, την Κυπριακή Πρεσβεία στην Αθήνα και το Ίδρυμα Πιερίδη την πρώτη έκθεση «Κύπρος, 9000 χρόνων έργα πολιτισμού λεηλατούνται». Εκτός από τις Κυπριακές αρχαιότητες και τις βυζαντινές εικόνες η έκθεση περιελάμβανε πλούσιο φωτογραφικό υλικό  και ντοκουμέντα που για πρώτη φορά παρουσίαζαν στο ελληνικό και το διεθνές κοινό το μέγεθος της καταστροφής και της λεηλασίας στην Κύπρο μετά την εισβολή. Ο κίνδυνος της καταστροφής της πολιτιστικής κληρονομιάς αναδείχθηκε  ως μέγιστο εθνικό πρόβλημα. Παράλληλα με την έκθεση εκδόθηκε  ένας καλά τεκμηριωμένος δίγλωσσος κατάλογος που έμελλε να παίξει, όπως θα δούμε, σημαντικό ρόλο και στη συνέχεια.

Ο κατάλογος  περιείχε φωτογραφίες από τα ψηφιδωτά της εκκλησίας της Παναγίας της Κανακαριάς στη Λυθράγκωμη, από τις τοιχογραφίες του Χριστού του Αντιφωνητή στην περιοχή  της Κερύνειας  και του Αγίου Θεμωνιανού στη Λύση, από τις λατρευτικές εικόνες του Αγίου Χρυσοστόμου στο Κουτσοβέντη που είχαν διαμελιστεί και κυκλοφορήσει στις παράνομες αγορές  της Ευρώπης και της Αμερικής. Ο κατάλογος αυτός στήριξε διαδικαστικά τις κυπριακές  διεκδικήσεις  και ενίσχυσε επιχειρήματα εναντίον της αρχαιοκαπηλείας και της παράνομης εμπορείας των κυπριακών αρχαιοτήτων. Το γεγονός ότι μετά από αρκετά χρόνια  ξαναβρέθηκαν με πολλούς κόπους αυτοί οι πολιτιστικοί θησαυροί που ήταν αγνοούμενοι και τους περιελάμβανε ήδη στην πρώτη έκδοσή του αυτός ο κατάλογος, απέδειξε περίτρανα  ότι οι  τουρκικοί  ισχυρισμοί σε βάρος της ελληνικής πλευράς, πως οι καταγγελίες ήταν δήθεν απλή προπαγάνδα,  ήταν εσκεμμένα σε πλήρη διάσταση με την αλήθεια. Επιτυχία ήταν η ανακάλυψη στην Αθήνα της εικόνας της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας από την εκκλησία του Αντιφωνητή που είχε πουληθεί στο Λονδίνο σε έλληνα συλλέκτη και κατασχέθηκε όταν αυτός την έφερε στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας για συντήρηση. Η εικόνα είχε δημοσιευτεί το 1985 στην έκδοση «Κύπρος, 9000 χρόνια πολιτισμού λεηλατούνται» και αναγνωρίστηκε από την Μ. Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Διευθύντρια του Βυζαντινού Μουσείου και μέλος της Επιτροπής. Η εικόνα τελικά επαναπατρίστηκε στην Κύπρο ( το Σεπτέμβριο του 1998).

Μετά την Αθήνα η έκθεση μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη (1986-1987), στη Ρόδο ( 1986-1987 ), στις αίθουσες του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο (1988). Συνέχισε την πορεία της στο Δημαρχείο της Τουρ (1988) και μετά στο Μάντσεστερ (1989). Το 1994, στα είκοσι χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, η έκθεση παρουσιάστηκε στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, που συμμετείχε και στην διευρυμένη επανέκδοση του αρχικού καταλόγου. Επίσης το 1994 με πρωτοβουλία της Επιτροπής η έκθεση  παρουσιάστηκε στο Δημαρχείο της Κέρκυρας με την ευκαιρία της σύγκλησης της Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης..

Έχει σημασία να  τονισθεί ότι η παρουσία της έκθεσης στο Στρασβούργο το 1988 μέσα στις αίθουσες του Ευρωκοινοβουλίου και η διανομή στους ευρωβουλευτές του δίγλωσσου καταλόγου συνέβαλε ώστε να εκδοθεί στις 15 Δεκεμβρίου του 1988  ψήφισμα , όπου «το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καταγγέλλει την συνεχιζόμενη καταστροφή και λεηλάτηση της Χριστιανικής και Ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς στα κατεχόμενα». Την αρχική Διακήρυξη ψήφισαν περισσότεροι από 260 ευρωβουλευτές και για αυτό σύμφωνα με τους κανονισμούς απέκτησε το κύρος ψηφίσματος του Ευρωκοινοβουλίου. Επίσης, για δεύτερη φορά διανεμήθηκε πλατειά από την Επιτροπή  σε όλους τους ευρωβουλευτές ο κατάλογος με τις καταστροφές της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου, το 1996.

Στο σημείο αυτό  πρέπει να αναφερθεί ότι παράλληλα με την ενημέρωση σχετικά με τις καταστροφές η Επιτροπή προώθησε όσο μπορούσε και την εμπεριστατωμένη ενημέρωση σχετικά με την παραβίαση εκ μέρους της Τουρκίας του Διεθνούς Δικαίου στα ζητήματα της καταστροφής της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου. Στο έργο αυτό συνέβαλε καθοριστικά ο αείμνηστος Ακαδημαϊκός ομότιμος καθηγητής του Διεθνούς Δικαίου Γεώργιος Τενεκίδης, που διετέλεσε  Αντιπρόεδρος της Επιτροπής και διατύπωσε εξειδικευμένη εισήγηση ήδη μέσα στον πρώτο κατάλογο της έκθεσης του 1985 ( επανέκδοση του 1988, του 1994). Το έργο αυτό συνέχισε αργότερα, επίσης από την θέση του Αντιπροέδρου, ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου Κώστας Οικονομίδης.